δαιμονιώδης

δαιμονιώδης, ες,
A like a demon, Sch.Ar.Ra.293; demoniacal, devilish, Ep.Jac.3.15; like a δαίμων, Procl.in Ti.1.113D.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαιμονιώδης — like a demon masc/fem acc pl (attic epic doric) δαιμονιώδης like a demon masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) δαιμονιώδης like a demon masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιμονιώδης — ες (AM δαιμονιώδης, ες) όμοιος με δαίμονα νεοελλ. 1. (για ενέργειες) βίαιος, παράφορος 2. (για θορύβους) ισχυρότατος, τρομαχτικός αρχ. μσν. αυτός που προέρχεται από τον διάβολο …   Dictionary of Greek

  • δαιμονιώδης, -ης, -ες — γεν. ους, αιτ. η, πληθ. ουδ. η, επίρρ. ώς διαβολικός, υπερβολικά ισχυρός και γρήγορος, παράφορος: Η επίθεσή του επάνω της μετά τον καυγά ήταν δαιμονιώδης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δαιμονιώδει — δαιμονιώδης like a demon masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) δαιμονιώδης like a demon masc/fem/neut dat sg δαιμονιώδεϊ , δαιμονιώδης like a demon dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιμονιώδη — δαιμονιώδης like a demon neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) δαιμονιώδης like a demon masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) δαιμονιώδης like a demon masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιμονιῶδες — δαιμονιώδης like a demon masc/fem voc sg δαιμονιώδης like a demon neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιμονιώδεις — δαιμονιώδης like a demon masc/fem acc pl δαιμονιώδης like a demon masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιμονιωδῶν — δαιμονιώδης like a demon masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιμονιωδῶς — δαιμονιώδης like a demon adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιμονιώδεσι — δαιμονιώδης like a demon masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιμονιώδεσιν — δαιμονιώδης like a demon masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.